Γιατί να διαλογιστώ;

Δημοσιεύθηκε στις 18-07-2016

Οι εσωτερικές πρακτικές διαλογισμού επανεκπαιδεύουν το μυαλό, το σώμα και τον εγκέφαλο να βρίσκονται στο παρόν, αντί να βρίσκονται σε κατάσταση αναμονής και άγχους για κάποιο μελλοντικό γεγονός που μας έχει γίνει εμμονή. Ο διαλογισμός, επίσης, απαγκιστρώνει το σώμα-μυαλό από το παρελθόν και μας απελευθερώνει από τα συναισθήματα που μας κρατούν δέσμιους στην ίδια γνώριμη ζωή.

Στόχος του διαλογισμού είναι να πέσουμε όπως ένα φτερό από την κορυφή ενός κτηρίου, αργά και σταθερά. Πρώτα εκπαιδεύουμε τον εαυτό μας, ώστε να αφήσει το σώμα μας να χαλαρώσει, διατηρώντας όμως την αυτοσυγκέντρωσή μας. Μόλις αρχίσουμε να κατακτούμε αυτή τη δεξιότητα, τελικός στόχος είναι να αφήσουμε το σώμα μας να κοιμηθεί, ενώ το μυαλό μας παραμένει ξύπνιο ή ενεργό.

Αυτή είναι η διαδικασία προόδου. Εάν η συνειδητότητά μας, όταν είμαστε σε εγρήγορση, βρίσκεται στη συχνότητα Βήτα (από τις χαμηλές ως τις υψηλές συχνότητες, ανάλογα με τα επίπεδα άγχους), τότε μόλις καθίσουμε με όρθια την πλάτη, ώστε η σπονδυλική μας στήλη να είναι ίσια, κλείσουμε τα μάτια μας και πάρουμε συνειδητές αναπνοές, και κατευθυνθούμε προς τον εσωτερικό μας κόσμο, τότε θα μεταβούμε από το συμπαθητικό νευρικό σύστημα στο παρασυμπαθητικό. Θα αλλάξουμε τη φυσιολογία μας από το προστατευτικό σύστημα καταστάσεων ανάγκης (μάχη/τρόμος/φυγή), στο εσωτερικό προστατευτικό σύστημα που στοχεύει στις μακροχρόνιες διαδικασίες σχεδίασης (ανάπτυξη και επανόρθωση). Καθώς το σώμα χαλαρώνει, τα εγκεφαλικά κυματικά μας μοτίβα θα αρχίσουν να μεταβαίνουν στη συχνότητα Άλφα.

Εάν αυτό γίνει σωστά, ο διαλογισμός θα αλλάξει τον εγκέφαλό μας, ώστε να εκπέμπει ένα πιο συνεκτικό και τακτικό κυματικό μοτίβο. Θα σταματήσουμε να είμαστε επικεντρωμένοι στο σώμα μας, στο εξωτερικό μας περιβάλλον και στο χρόνο και θα γίνουμε μη-σώμα, μη-αντικείμενο και μη-χρόνος. Αρχίζουμε, πλέον, να νιώθουμε συνδεδεμένοι, ολοκληρωμένοι και ισορροπημένοι. Βιώνουμε τα υγιή και ανώτερα συναισθήματα της εμπιστοσύνης, της χαράς και της έμπνευσης.

Το πανεπιστήμιο Γουισκόνσιν, στο Μάντισον διεξήγαγε μια έρευνα όσον αφορά τους Βουδιστές μοναχούς. Αυτοί οι «υπερ-διαλογιστές» μπορούσαν να μεταβούν σε μια κατάσταση συνεκτικών εγκεφαλικών κυμάτων πολύ πιο πέρα από όσο μπορούμε να φτάσουμε οι περισσότεροι από μας. Όταν διαλογίζονταν πάνω σε σκέψεις αγάπης, καλοσύνης και συμπόνιας, η συνεκτικότητα του σήματος που εξέπεμπαν, σχεδόν ξεπερνούσε τα διαγράμματα.

Κάθε πρωί καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης, διαλογίζονταν, ενώ οι ερευνητές κατέγραφαν την κυματική δραστηριότητα του εγκεφάλου τους. Στη συνέχεια, τους άφηναν στο χώρο του Πανεπιστημίου ή τους έστελναν στην πόλη, ώστε να κάνουν ό,τι επιθυμούσαν (να επισκεφτούν μουσεία, να πάνε στα καταστήματα, οτιδήποτε). Όταν επέστρεφαν στο ερευνητικό κέντρο, τους έκαναν μαγνητική τομογραφία πριν κάνουν διαλογισμό. Κατά ένα περίεργο τρόπο, παρά το γεγονός ότι δεν είχαν κάνει διαλογισμό καθ’ όλη τη διάρκεια της μέρας, και είχαν εκτεθεί στα ασύμφωνα, χαοτικά σήματα του εξωτερικού κόσμου, διατηρούσαν το ίδιο συνεκτικό εγκεφαλικό μοτίβο που είχαν αποκτήσει με το διαλογισμό.

Οι περισσότεροι από μας, όταν έρθουμε αντιμέτωποι με τη σύγχυση και την πληθώρα των ερεθισμάτων που παράγει ο εξωτερικός κόσμος, λειτουργούμε με βάση την επιβίωση και παράγουμε στρεσογόνες χημικές ουσίες. Οι αντιδράσεις αυτές του στρες λειτουργούν ως παρεμβολές που αλλοιώνουν τα εγκεφαλικά σήματα. Αντιθέτως, ο δικός μας στόχος είναι να μοιάσουμε σε αυτούς τους μοναχούς. Εάν μπορούμε να παράγουμε συνεκτικά μοτίβα σημάτων (αυτά τα συγχρονισμένα κύματα) καθημερινά, θα διαπιστώσουμε ότι αυτή η συνοχή των σημάτων εκφράζεται με κάτι απτό.

Με τον καιρό, εάν αποκτήσουμε την ικανότητα να δημιουργούμε επανειλημμένως εσωτερική συνοχή, όπως αυτοί οι μοναχοί, ίσως μπορέσουμε κι εμείς να περπατάμε στο εξωτερικό περιβάλλον και να μην υποφέρουμε πλέον από τις περιοριστικές επιδράσεις των αποδιοργανωτικών ερεθισμάτων του. Εξαιτίας αυτού, δεν θα βιώνουμε πλέον τις σπασμωδικές αντιδράσεις που μας εξανάγκαζαν να επιστρέψουμε στον παλιό, γνώριμο εαυτό μας, τον οποίο θέλουμε τόσο πολύ να αλλάξουμε.

Αν επιμένουμε στο διαλογισμό και στη δημιουργία εσωτερικής συνοχής, όχι μόνο θα απομακρύνουμε πολλές από τις αρνητικές, φυσικές συνθήκες που μαστίζουν το σώμα μας, αλλά και θα προχωρήσουμε προς τον ιδεατό εαυτό που έχουμε οραματιστεί. Η εσωτερική μας συνοχή μπορεί να εξουδετερώσει τις αρνητικές, αντιδραστικές, συναισθηματικές καταστάσεις και να μας δώσει τη δυνατότητα να «ξεχάσουμε» τις συμπεριφορές, τις σκέψεις και τα συναισθήματα που τις δημιούργησαν.

Μόλις φτάσουμε σε μια ουδέτερη/κενή κατάσταση, είναι πολύ πιο εύκολο να βρεθούμε σε μία ανώτερη κατάσταση, όπως είναι αυτή της συμπόνιας. Είναι πιο εύκολο να φέρουμε μέσα μας χαρά, αγάπη, ευγνωμοσύνη ή οποιαδήποτε άλλη ανώτερη συναισθηματική κατάσταση. Αυτό ισχύει, γιατί τα συναισθήματα αυτά βρίσκονται σε απόλυτη συνοχή. Μόλις αρχίσουμε να παράγουμε εγκεφαλικά κύματα που αντικατοπτρίζουν αυτή την αγνότητα, μέσα από τη διαδικασία του διαλογισμού, τότε θα αρχίσουμε να υπερβαίνουμε το σώμα, το περιβάλλον και το χρόνο, που κάποτε προκαλούσαν τις συναισθηματικές καταστάσεις που μας περιόριζαν. Δεν θα μας ελέγχουν πλέον, θα τις ελέγχουμε εμείς.